Απεβίωσε ο
 Κάρολος Τσίζεκ 
γραφίστας,ζωγράφος,μεταφραστής,
πανεπιστημιακός καθηγητής Ιταλικών και λογοτέχνης 

Πέθανε τα ξημερώματα του Σαββάτου σε ηλικία 91 ετών ο ζωγράφος, γραφίστας, μεταφραστής και λογοτέχνης Κάρολος Τσίζεκ, μια από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες της καλλιτεχνικής παραγωγής της μεταπολεμικής Θεσσαλονίκης.
Τσέχος στην καταγωγή ο Κάρολος Τσίζεκ, ζούσε στη Θεσσαλονίκη από το 1929. Δημιούργησε και υποστήριξε με την εκδοτική και εκθεσιακή του δραστηριότητα την καλλιτεχνική ζωή της πόλης ως συνεργάτης του περιοδικού Κοχλίας, της αίθουσας τέχνης και του περιοδικού «Διαγώνιος» του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου.
Ο Κάρολος Τσίζεκ γεννήθηκε στην Μπρέσια της Ιταλίας το 1922.
Το 1929 η οικογένεια μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη και ο ίδιος φοίτησε στο ιταλικό λύκειο της πόλης. Σπούδασε Ιστορία, Αρχαιολογία, Ιταλική Γλώσσα και Φιλολογία στο ΑΠΘ.
Από το 1961 έως το 1988 δίδαξε στο τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ.
Το Ιταλικό κράτος του απένειμε τις τιμητικές διακρίσεις «Μedaglia di Βenemerenza Culturale» και «Οrdine di Cavaliere al Merito», το 1960 και το 2002 αντίστοιχα.
Το 2000 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του ΑΠΘ, ενώ το 2007 τιμήθηκε με το «ΕΒΓΕ Συνολικής προσφοράς στη Γραφιστική 2007».
Ως ζωγράφος εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1944. Διοργάνωσε ατομικές εκθέσεις ενώ συμμετείχε και στις ομαδικές εκθέσεις της «Διαγωνίου». Το ζωγραφικό του έργο περιλαμβάνει σχέδια, μονοτυπίες και κολάζ.
Μέρος του έργου βρίσκεται έπειτα από δική του δωρεά στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Θεσσαλονίκης. 
Ήταν παντρεμένος με την ποιήτρια Μαριέττα (Μαρία) Καραγιάννη.

Πορτραίτο του Κάρολου Τσίζεκ,
όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Θεσσαλονικέων Πόλις, 2011
(αντιγραφή από το site του περιοδικού Εντευκτήριο του Γ.Κορδομενίδη) 

Δυο άλικα κληματόφυλλα, που ο άνεμος τα κάνει,
στο αμπέλι όπου αγαπιόμασταν, να σείονται στο κρύο,
είναι καρδιές που μάτωσαν σε αθέλητο ένα αντίο.
Τον έρωτά μας θάψαμε, καλή μου, πριν πεθάνει.

[«Χωρισμένες καρδιές», Στίχοι έρωτα και αγάπης. Ποιήματα. Μπιλιέτο, Παιανία 2005]

Γεννήθηκε το 1922, από Τσέχους γονείς, στη Μπρέσια της Ιταλίας, όπου αυτοί είχαν μεταναστεύσει για επαγγελματικούς λόγους. Το 1929 η οικογένεια Τσίζεκ εγκαταστάθηκε οριστικά στη Θεσσαλονίκη. Ο ίδιος φοίτησε στο Ιταλικό Σχολείο, στο Ιταλικό Ινστιτούτο και στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, όπου πήρε πτυχίο ιστορίας-αρχαιολογίας και κατόπιν ιταλικής φιλολογίας. Μετεκπαιδεύτηκε σε διάφορα ιταλικά πανεπιστήμια. Έμαθε από μικρός ιταλικά, ελληνικά, γαλλικά, ισπανοεβραϊκά και αργότερα αγγλικά, καλλιεργώντας ταυτόχρονα και τη μητρική του γλώσσα. Εργάστηκε ως καθηγητής ιταλικών, διερμηνέας και μεταφραστής. Δίδαξε στη Σχολή Ιταλικής Γλώσσας «Ντάντε Αλιγκιέρι», στο Ιταλικό Ινστιτούτο και από το 1961 μέχρι το 1987 στο Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ.

Το δημιουργικό του ταλέντο αναπτύχθηκε σε τρεις βασικές κατευθύνσεις: τη ζωγραφική, τη γραφιστική και το γράψιμο (μετάφραση, τεχνοκριτική, ποίηση, πεζογραφία).

Ως ζωγράφος (με προτίμηση, τα πρώτα χρόνια, στα σχέδια και στις μονοτυπίες-κολλάζ, αργότερα στις μεικτές τεχνικές ― πάντα όμως με χαρακτηριστικούς συνδυασμούς που ξεκινούν από γεωμετρικά σχήματα, αλλά χωρίς να προκύπτουν από αυτά με τρόπο μηχανιστικό) πρωτοεμφανίστηκε το 1944, σε ομαδική έκθεση, μαζί με τους Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη, Νίκο Σαχίνη, Γιάννη Σβορώνο, Τάκη Ιατρού και Γ. Παπαδόπουλο. Το 1967 παρουσιάστηκε η πρώτη του ατομική έκθεση στο Γερμανικό Ινστιτούτο «Γκαίτε». Ακολούθησαν πολλές συμμετοχές σε ομαδικές, κυρίως στη Μικρή Πινακοθήκη «Διαγώνιος» του Ντίνου Χριστιανόπουλου, της οποίας υπήρξε καλλιτεχνικός σύμβουλος. Το 1995 η Δημοτική Πινακοθήκη του Δήμου Θεσσαλονίκης τον τίμησε με μεγάλη, αναδρομική έκθεση του εικαστικού και γραφιστικού του έργου.

Έχοντας την τύχη να συνεργαστεί νεότατος με τον επαγγελματία λιθογράφο και γραφίστα Γιάννη Σβορώνο, ασχολήθηκε με τη γραφιστική κυρίως από τη δεκαετία του ’50 και μετά· δημιούργησε ένα προσωπικό και αναγνωρίσιμο στυλ, που τον καθιέρωσε ως έναν από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς γραφίστες και του απέφερε πλειάδα βραβείων και τιμητικών διακρίσεων (μεταξύ των οποίων και την εκπροσώπηση της Ελλάδας σε διεθνή διαγωνισμό αφίσας της Unesco, το 1962). Επιδόθηκε συστηματικά στην καλλιτεχνική επιμέλεια (εξώφυλλα, σελιδοποίηση, εσωτερική διακόσμηση) του περιοδικού Διαγώνιος (1958-1983) και των Εκδόσεων Διαγωνίου. Το γραφιστικό του έργο χαρακτηρίζεται από ποικιλία υλικών, τεχνικών και θεμάτων, καθώς και ―για μεγάλο χρονικό διάστημα― από τη στενή σχέση της εμφάνισης του εντύπου με το περιεχόμενό του.

Το μεταφραστικό του έργο είναι αξεχώριστα δεμένο με δύο από τα πιο σπουδαία μεταπολεμικά λογοτεχνικά περιοδικά της Θεσσαλονίκης: τον Κοχλία (1946-1948), όπου δημοσίευσε πεζά, αρκετές μεταφράσεις και μερικά σχέδια, και τη Διαγώνιο, όπου παρουσίασε μεταφράσεις από Τσέχους και Ιταλούς ποιητές και πεζογράφους, καθώς και σειρά κριτικών σημειωμάτων για Θεσσαλονικείς εικαστικούς καλλιτέχνες.

Μέχρι πριν από μια δεκαετία, το λογοτεχνικό του έργο ήταν κατεξοχήν μεταφραστικό. “Γύρισε” στη γλώσσα μας, με μοναδικό τρόπο, από τα μεν τσέχικα, ποιήματα των Γ. Βολκρ, Γ. Σκάτσελ, Π. Μπέζρουτς, Γ. Γόρα, Ντ. Πέσεκ (μαζί με τη Μαρία Καραγιάννη), Γ. Σάιφρτ, πεζογράφημα του Ι. Όλμπραχτ, παραμύθια του Κ. Γ. Έρμπεν, θεατρικά του Φ. Σράμεκ και των αδελφών Τσάπεκ, και από τα ιταλικά, ποιήματα των Λεοπάρντι και Σ. Κουαζίμοντο, πεζά των Μαντσόνι, Τσελίνι, Κ. Αλβάρο, Ε. Πάτι, μονόπρακτο του Πιραντέλο, δοκίμια των Α. Καπιτίνι και Ε. Τσέκι κ.ά. Ακόμη, μετέφρασε Τζον Ντος Πάσος και Χ. Αρπ. Αξίζει να σημειωθεί ότι είναι ο πρώτος που μας γνώρισε την τσέχικη λογοτεχνία και συνέχισε να μας ενημερώνει συστηματικά για την εξέλιξή της.

Το κριτικό του έργο δεν είναι ιδιαίτερα εκτεταμένο, ωστόσο το χαρακτηρίζει η ίδια υπεθυνότητα και συνέπεια που διατρέχει και το υπόλοιπο δημιουργικό του έργο.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 ξεκίνησε να δημοσιεύει σε λογοτεχνικά περιοδικά μικρά ποιήματα που συνδυάζουν το απόσταγμα της βιωμένης εμπειρίας με την ερωτική διάθεση (το 2005 συγκεντρώθηκαν στο τομίδιο Στίχοι έρωτα και αγάπης), καθώς και πολύ ενδιαφέροντα μικρά πεζογραφήματα (που είναι υπό έκδοση από οίκο της Αθήνας).*

Γιώργος Κορδομενίδης

——————————
* Κάρολος Τσίζεκ, Η λιμνοθάλασσα της Γεωργικής Σχολής και άλλες αφηγήσεις.
Επίμετρο: Αλέξης Ζήρας. Αθήνα, Κίχλη 2013, 221 σελ.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

― Ντίνος Χριστιανόπουλος, Ο ζωγράφος Κάρολος Τσίζεκ. Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Διαγωνίου 1976
― Στάθης Τσαγκαρουσιάνος, «Κάρολος Τσίζεκ. Ο καλλιτέχνης των εντύπων», εφημ. Κυριακάτικη, 11.101.1987
― Έλενα Αβραμίδου, «Κάρολος Τσίζεκ: γιος τριών μητέρων», περ. Ένεκεν, 3, Νοέμβριος 1995
― Χρύσα Πολυμένη, «Κάρολος Τσίζεκ: Συνδυασμός φαντασίας, δημιουργικότητας, πρωτοτυπίας», εφημ. Θεσσαλονίκη, 13.5.1998
― Κάρολος Τσίζεκ, «Συνεχίζω να γράφω ερωτικά ποιήματα…». Συνέντευξη στη Γιώτα Μυρτσιώτη, Καθημερινή, 23.5.2004

Πηγές: oanagnostis
           sofokleousin


ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΒΙΝΤΕΟ 
με ηχητικό ντοκουμέντο (της Βίκυς Αδαμίδου) από παράδοση μαθήματος μετάφρασης του Κάρολου Τσίζεκ 
πάνω στο έργο του Luigi Pirandello: "L'uomo dal fiore in bocca"


Από το blog "ΜΕΣΟΚΟΣΜΟΣ":
Πρωτοδιάβασα ποιήματα του Κάρολου Τσίζεκ το 1993 στο περιοδικό τέχνης «ΠΑΡΑΜΙΛΗΤΟ». Σύμφωνα με τον συγγραφέα αυτά τα ποιήματα περιλαμβάνουν στίχους του έρωτα και της αγάπης. Η κεντρική ιδέα μερικών από αυτά τα ποιήματα ήταν παλιά. Εξάλλου, ο έρωτας σε ανθρώπους σαν τον Κάρολο Τσίζεκ είναι σαν το κρασί που παλιώνει και γίνεται καλύτερο. Είναι σαν τις λέξεις που ωριμάζουν και μας ξυπνούν τις αισθήσεις με την εξαίσια μυρωδιά και γεύση τους. Να κάποιοι στίχοι από το ποίημα «Η Μαύρη Κάλτσα»:

Μοιάζουν μ’ αυτά που κάνει
η μεστή σάρκα όταν τρίβεται
σε εφαρμοστό μετάξινο φουστάνι.
Καθώς μιλάτε, η μαυροφόρα ανέμελα σταυρώνει
τις γάμπες κι άθελά της φανερώνει
για λίγο, ό,τι βαθιά συνήθως κρύβεται,
χωρίς να προκαλεί, μα ούτε να θλίβεται,
με μια νωχέλεια που αφοπλίζει.
Η αναλαμπή της σάρκας της στα μαύρα, όμως, τονίζει
πως αύριο θα πενθείς για ό,τι δεν γίνεται.

Ο Κάρολος Τσίζεκ καταφέρνει να δώσει ποιητική μορφή στα βιώματα του χάρη στις μεταφράσεις ξένων ποιημάτων στα ελληνικά. Υπήρξε μεταφραστής, κυρίως Ιταλών και Τσέχων πεζογράφων και ποιητών και τιμήθηκε με τα βραβεία «Πόλη του Μονσέλιτσε» (1981) και «Γιαν Μάσαρυκ» (2002). Στο περιοδικό Παραμιλητό και Εντευκτήριο έχουμε δείγματα της μεταφραστικής του ικανότητας πάνω στα ποιήματα του Γιάν Ρέιζεκ. Ως μεταφραστής, εξέδωσε τα βιβλία «Τρία δοκίμια του Εμίλιο Τσέκκι» (1974, δίγλωσση έκδοση), Γιάροσλαβ Σάιφρτ (βραβείο Νόμπελ 1984), «Η γλυκιά συμφορά της ποίησης» (2003) και Κάρελ Γιάρομιρ Έρμπεν, «Οι τρεις χρυσές τρίχες του πανήξερου παππού» (2006). Η συνύπαρξη με τους λογοτέχνες της εποχής ήταν ένας ακόμα λόγος που τον έκαναν να στραφεί προς την συγγραφή ποιημάτων. Ο Ηλίας Πετρόπουλος μας λέει πως γνώρισε τον Κάρολο Τσίζεκ στο περιώνυμο φαρμακείο του Πεντζίκη. Ο Τσίζεκ υπήρξε υπόδειγμα εργατικότητας που κατάφερε να ταξινομήσει το τεράστιο αρχείο του Πεντζίκη. Ο Πετρόπουλος μόνο αγάπη και θαυμασμό θα μπορούσε να νιώθει για αυτόν τον άνθρωπο. Πέρα από τον Πετρόπουλο, ο Τσίζεκ γνώρισε και άλλους λογοτέχνες και ζωγράφους που σύχναζαν στο φαρμακείο του Πεντζίκη. Ο Θέμελης, η Ζωή Καρέλλη, ο Κιτσόπουλος, ο Τάκης Ιατρού ,ο Σβορώνος, ο Νίκος Σαχίνης, ήταν κάποιοι από αυτούς με τους οποίους συναναστράφηκε ο Τσίζεκ. Αυτός όμως με τον οποίο διατήρησε μια πολύχρονη και ουσιαστική φιλία ήταν ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος. Ως γραφίστας, συνεργάστηκε με τον ποιητή και επιμελήθηκε καλλιτεχνικά το περιοδικό «Διαγώνιος» και τις εκδόσεις του (1958-1998). Ο Χριστιανόπουλος μιλάει για μια αγαστή φιλία και για μια απεριόριστη εμπιστοσύνη. Ο Τσίζεκ είναι αυτός που τον καθοδηγεί, τον παροτρύνει και τον συμβουλεύει πάνω στην αισθητική των βιβλίων του. Μαζί με τον εξαίρετο τυπογράφο Νικολαΐδη αποτελούν « μια σχοινοσυντροφιά σ' ένα βουνό από χαρτί ή… μια επιτυχημένη και αρμονική τριάδα σ' έναν τομέα σαν την τυπογραφία όπου τίποτα ποτέ δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο, και γι' αυτό η υπεύθυνη συνεργασία, η αμοιβαία εκτίμηση και η αμέριστη εμπιστοσύνη μεταξύ συνεργατών είναι απαραίτητες ".Ο Κάρολος Τσίζεκ υπήρξε και συνεργάτης του σημαντικού περιοδικού της Θεσσαλονίκης, «Κοχλίας» (1945-1948). Ως ζωγράφος έκανε πέντε ατομικές εκθέσεις στη Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Γκέτε 1966, Μικρή Πινακοθήκη Διαγώνιος 1978, Δημοτική Πινακοθήκη, αναδρομική πινάκων και εξωφύλλων στο πλαίσιο των λ’ Δημητρίων 1995, Ελληνική Εταιρία για την Προστασία του Περιβάλλοντος και της Πολιτιστικής Κληρονομιάς 1988 και Ιταλικό Ινστιτούτο 1988.

Tον Κάρολο Τσίζεκ τον είχα ακούσει να απαγγέλλει σε μια βραδιά ποίησης που είχε διοργανώσει το περιοδικό «Εντευκτήριο».Τον ξαναείδα να κάθεται στις τελευταίες θέσεις της αίθουσας που μιλούσε ο πολύ καλός του φίλος Χριστιανόπουλος, στην Διεθνή Έκθεση Βιβλίου. Ο Χριστιανόπουλος εγκωμίαζε την προσφορά του και ,ίσως, ο Κάρολος Τσίζεκ να σιγοψιθύριζε μερικούς από τους στίχους του ποιήματος «ΒΟΤΣΑΛΟ»:

Θα χρειάστηκαν , σκέψου, δεκαετίες,
ίσως αιώνες δουλειά υπομονετική.
Μα και ένα σχήμα να δώσεις στην καρδιά σου
δεν φτάνει μια ζωή.


E' morto CARLO CIZEK
professore universitario del Dipartimento di lingua e letteratura italiana (Università Aristotele di Salonicco 1961-1987), grande pittore, poeta e traduttore 

CARLO CIZEK
un articolo di Edoardo Taddeo.
1. Un antico allievo dell’Università per Stranieri di Siena.

Conobbi Carlo Cizek nel 1961, quando assunsi la cattedra di letteratura italiana alla Facoltà di Filosofia di Salonicco, per sei anni fu mio prezioso collaboratore, ed è rimasto un caro amico. Boemo nato a Brescia e cresciuto in Grecia nelle scuole italiane, ha sempre coltivato la sua passione per l’arte con totale dedizione e altrettanta modestia e disinteresse.

Le singolari vicende della sua famiglia e sue, sullo sfondo del primo dopoguerra, hanno fatto confluire in Cizek l’eredità di tre tradizioni europee, la slava occidentale, l’italiana, la greca. Di tutte e tre possiede con sicura padronanza la lingua, non solo strumento d’uso, ma veicolo di incalcolabili patrimoni di cultura. Le tre componenti si sono talmente fuse nella sua personalità, che è arduo cercare di individuarle separatamente. Certo, se si pensa all’evidente vena naif che percorre tutta la sua opera, alla dimensione fantastica ricercata nelle ‘macchie’ e in altri affioramenti di colore apparentemente casuali e, nella grafica, alla predilezione per i colori puri (bianco, rosso, nero), è difficile sottrarsi all’idea che, forse non tutti, ma probabilmente alcuni di questi caratteri, possano risalire a quell’origine slava, a quella terra più sognata che conosciuta, alla quale Cizek è sempre rimasto fedele.

Tuttavia, se in quei caratteri sembra di riconoscere un’ascendenza, sarebbe ingiusto non vedere che essi costituiscono, insieme con molti altri, un sistema ben organizzato di segni. Sorretta da vigile rigore formale e sicuro senso della misura, ma anche nutrita dalle libere invenzioni della fantasia, nel punto d’incontro (quasi di dialogo) di pura visività geometrica e memoria del reale, un reale non riprodotto ma evocato, l’opera di Cizek rivela una originale personalità creativa.

Delle altre due tradizioni, l’italiana e la greca, troppo vaste per poterle catturare, è difficile dire quanto e come abbiano influito sulla formazione dell’artista. E possibile che ne abbiano favorito le aperture all’astrattismo e all’informale, ma gli esperti ci dovrebbero fornire una ricerca mirata, anche perché fino dagli esordi Cizek si dimostra sensibile ai venti europei. D’altra parte è evidente il contributo che le due culture hanno dato ai suoi interessi letterari, che, oltre alle molte traduzioni dal ceco e dall’italiano, si spingono fino alla composizione in neoellenico di racconti e di un volume di poesie di prossima pubblicazione.

Pertanto mi sembra giusto che si sappia che un antico allievo dell’Università per Stranieri di Siena è divenuto uno dei maggiori artisti della Grecia moderna, ed esortare critici d’arte e cultori della nostra presenza all’estero a dedicargli l’interesse che merita.

2. Notizie su Carlo Cizek*

Carlo Cizek è figlio di genitori di origine ceca emigrati in Italia per motivi di lavoro e, per la stessa ragione, più tardi in Grecia a Salonicco. A Salonicco Cizek frequentò la Scuola Italiana, l’Istituto Italiano di Cultura e la Facoltà di Filosofia dell’Università Aristotele, dove conseguì la laurea in Storia e Archeologia, e più tardi quella in Lingua e Letteratura italiana; inoltre seguì corsi di perfezionamento presso l’Università per Stranieri di Siena e in altre università italiane. Ha insegnato nelle scuole italiane di Salonicco, e dal 1961, per ben 26 anni, al Dipartimento di lingua e letteratura italiana dell’Università.

La prima apparizione di Cizek come pittore risale al 1944, anno in cui partecipa ad una mostra collettiva tenutasi in un negozio di fiori. Nei decenni successivi si segnala con successo crescente sia come pittore che come grafico in numerose mostre e concorsi, tra i quali la collettiva di pittori tessalonicensi allestita nelle gallerie “Techni” e “‘Astor Gallery” di Atene (1969), finché il suo valore ottenne il pieno riconoscimento nella grande esposizione personale, che ebbe luogo nel 1995 nella Pinacoteca Comunale di Salonicco ad opera dell’Amministrazione municipale. Infine una nuova mostra personale del nostro artista è stata realizzata nel maggio del corrente anno dall’Istituto Italiano di Cultura della stessa città.

L’opera pittorica di Cizek è costituita da disegni, monotipi-collages ed opere con tecnica mista. A Cizek non interessa esprimere la realtà esterna, ma rivelare il proprio io più profondo, il suo più intimo essere. Egli analizza interiormente le impressioni che riceve dall’ambiente. Le sue esperienze di vita, i ricordi, le associazioni di idee e la celerità del procedimento monotipico lo aiutano a costruire il proprio mondo fantastico, con un’intuizione che lo guida, su orme impercettibili, alla composizione di un materiale, all’inizio sparso, dal quale emergerà il motivo particolare. I suoi quadri, sospesi tra il sogno e la realtà, con i loro colori chiari, che lasciano libero spazio alla fantasia, hanno il fascino dei bei momenti, che il tempo non è riuscito a cancellare dalla memoria. Nelle sue ultimissime opere con tecnica mista continua ancora a creare nuove forme, ora più austere e sobrie. L’opera di Carlo Cizek si distingue per originalità e sensibilità e per la ricerca di un equilibrio tra la ragione ed il sentimento.

Il suo originale talento per le arti grafiche si è esplicato in manifesti, cartelloni, copertine e impostazione grafica di libri e riviste, cataloghi, illustrazioni, che gli hanno procurato segnalazioni e premi anche in campo internazionale. All’attività artistica Cizek ha sempre associato un’intensa produzione letteraria. Sulle due riviste tessalonicensi “Kochlias” e “Diagonios” ha pubblicato brani originali di narrativa, e una ingente quantità di traduzioni dal ceco e dall’italiano in neoellenico, di opere di poesia, di narrativa, di teatro, in parte pubblicate anche in volumetti. Dall’italiano, poesie di Giacomo Leopardi, Salvatore Quasimodo, Umberto Saba, Giuseppe Ungaretti, opere di narrativa di Alessandro Manzoni, Benvenuto Cellini, Corrado Alvaro, Ercole Patti, Curzio Malaparte, Leo Longanesi, un atto unico di Luigi Pirandello, saggi di Aldo Capitini e di Emilio Cecchi. Cizek è autore anche di scritti di critica d’arte. E’ stato insignito della medaglia di benemerenza culturale del Ministero degli Esteri italiano (1960), gli è stato conferito un contributo della Fondazione Ford (1975), e il Premio Città di Monselice per la traduzione di opereletterarie (1981).

* Compendio da un articolo di Elenia Avramidu.

Πηγή: culturitalia.info